Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχολάζω < αρχαία ελληνική σχολάζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

σχολάζω

  1. άλλη μορφή του σχολώ

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχολάζω < σχολή

  ΡήμαΕπεξεργασία

σχολάζω

  1. κάθομαι, περνάω το χρόνο μου χωρίς να δουλεύω