Δείτε επίσης: αργός, Άργος, Ἄργος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀργός ἀργή ἀργόν ἀργοί ἀργαί ἀργά
Γενική ἀργοῦ ἀργῆς ἀργοῦ ἀργῶν ἀργῶν ἀργῶν
Δοτική ἀργῷ ἀργῇ ἀργῷ ἀργοῖς ἀργαῖς ἀργοῖς
Αιτιατική ἀργόν ἀργήν ἀργόν ἀργούς ἀργάς ἀργά
Κλητική ἀργέ ἀργή ἀργόν ἀργοί ἀργαί ἀργά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀργώ ἀργά
Γενική-Δοτική ἀργοῖν ἀργαῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀργός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂erǵ- (λευκός)

  Επίθετο 1Επεξεργασία

ἀργός, -ή, -όν

  1. φωτεινός, αστραφτερός, λαμπερός, γυαλιστερός
  2. λευκός
  3. που κινείται γρήγορα, γοργοπόδαρος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀργός < ἀεργός < ἀ- +‎ ἔργον

  Επίθετο 2Επεξεργασία

ἀργός, -ή, -όν

  1. οκνηρός, αδρανής
  2. απαλλαγμένος
  3. ακαλλιέργητος
  4. παραμελημένος
  5. ανεκτέλεστος
  6. ακατέργαστος
  7. άχρηστος

  ΠηγέςΕπεξεργασία