Δείτε επίσης: αργός, Άργος, Ἄργος
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἀργός ἀργή τὸ ἀργόν
      γενική τοῦ ἀργοῦ τῆς ἀργῆς τοῦ ἀργοῦ
      δοτική τῷ ἀργ τῇ ἀργ τῷ ἀργ
    αιτιατική τὸν ἀργόν τὴν ἀργήν τὸ ἀργόν
     κλητική ! ἀργέ ἀργή ἀργόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἀργοί αἱ ἀργαί τὰ ἀργᾰ́
      γενική τῶν ἀργῶν τῶν ἀργῶν τῶν ἀργῶν
      δοτική τοῖς ἀργοῖς ταῖς ἀργαῖς τοῖς ἀργοῖς
    αιτιατική τοὺς ἀργούς τὰς ἀργᾱ́ς τὰ ἀργᾰ́
     κλητική ! ἀργοί ἀργαί ἀργᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀργώ τὼ ἀργᾱ́ τὼ ἀργώ
      γεν-δοτ τοῖν ἀργοῖν τοῖν ἀργαῖν τοῖν ἀργοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ἀργός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂erǵ- (λευκός)

  Επίθετο

επεξεργασία

ἀργός, -ή, -όν

  1. φωτεινός, αστραφτερός, λαμπερός, γυαλιστερός
  2. λευκός
  3. που κινείται γρήγορα, γοργοπόδαρος

Συγγενικά

επεξεργασία

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ἀργός < ἀεργός < ἀ- +‎ ἔργον

  Επίθετο

επεξεργασία

ἀργός, -ή, -όν

  1. οκνηρός, αδρανής
  2. απαλλαγμένος
  3. ακαλλιέργητος
  4. παραμελημένος
  5. ανεκτέλεστος
  6. ακατέργαστος
  7. άχρηστος