Δείτε επίσης: ἀκατέργαστος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ακατέργαστος ακατέργαστη ακατέργαστο
γενική ακατέργαστου ακατέργαστης ακατέργαστου
αιτιατική ακατέργαστο ακατέργαστη ακατέργαστο
κλητική ακατέργαστε ακατέργαστη ακατέργαστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακατέργαστοι ακατέργαστες ακατέργαστα
γενική ακατέργαστων ακατέργαστων ακατέργαστων
αιτιατική ακατέργαστους ακατέργαστες ακατέργαστα
κλητική ακατέργαστοι ακατέργαστες ακατέργαστα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακατέργαστος < ελληνιστική κοινή ἀκατέργαστος < αρχαία ελληνική κατεργάζομαι < κατά + ἐργάζομαι < ἔργον

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακατέργαστος -η -ο

  1. που δεν έχει υποστεί καμιά κατεργασία
    στο εργαστήρι του ο γλύπτης είχε ένα μεγάλο κομμάτι από ακατέργαστο μάρμαρο
  2. (μεταφορικά) ακαλλιέργητος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία