Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική γυαλιστερός γυαλιστερή γυαλιστερό
γενική γυαλιστερού γυαλιστερής γυαλιστερού
αιτιατική γυαλιστερό γυαλιστερή γυαλιστερό
κλητική γυαλιστερέ γυαλιστερή γυαλιστερό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γυαλιστεροί γυαλιστερές γυαλιστερά
γενική γυαλιστερών γυαλιστερών γυαλιστερών
αιτιατική γυαλιστερούς γυαλιστερές γυαλιστερά
κλητική γυαλιστεροί γυαλιστερές γυαλιστερά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γυαλιστερός < γυαλίζω + -τερός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʝa.li.stɛ.ˈɾɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γυαλιστερός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία