Δείτε επίσης: ακαμάτης

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ἀκαμάτης οι ἀκαμάτηδες
      γενική του ἀκαμάτη των ἀκαμάτηδων
    αιτιατική τον ἀκαμάτη τους ἀκαμάτηδες
     κλητική ἀκαμάτη ἀκαμάτηδες
Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀκαμάτης < α στερητικό κάματος με διαφορετικό τονισμό από την αρχαιοελληνική ἀκάματος που σημαινε το αντίθετο αλλά και από την ἀκοίμητος που παρέπεμπε πάλι σε αντίθετη έννοια

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀκαμάτης αρσενικό και θηλυκό ἀκαμάτα και ἀκαμάτρια

  • ο τεμπέλης, ο οκνηρός (λέξη και έννοια που γεννήθηκε το μεσαίωνα αλλά διατηρήθηκε μέχρι και τη νεοελληνική), όμως και εκείνος που αναγκαστικά τεμπελιάζει επειδή δεν μπορεί να βρεί δουλειά (δηλαδή όχι αποκλειστικά ο άεργος, αλλά και ο άνεργος που ντρέπεται για τη σχόλη του)
Ἄλλο ἂν εἶμαι ἀκαμάτης ἐγώ, ἂς ποῦμε, ἢ ὁ Παῦλος... ὁ γιός μου δουλεύει, τὸ κορίτσι πάει στὴν μοδίστρα. Καὶ μ᾽ ὅλα αὐτά, δὲν μποροῦμε ἀκόμα νὰ βγάλουμε τὰ νοίκια τῆς κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε γιὰ τὴ σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε γιὰ τὸν μπακάλη, γιὰ τὸ μανάβη, γιὰ τὸν τσαγκάρη, γιὰ τὸν ἔμπορο. Ἡ κόρη θέλει τὸ λοῦσό της, ὁ νέος θέλει τὸ καφενεῖό του, τὸ ροῦχό του, τὸ γλέντι του. Ὕστερα, κάμε προκοπή... (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1896, Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη, μετά την ελληνική πτώχευση)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία