Δείτε επίσης: ἀκαμάτης

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακαμάτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀκαμάτης < ἀ- στερητικό + κάματος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακαμάτης, ακαμάτρα και ακαμάτισσα, ακαμάτικο [1]

  • τεμπέλης, αυτός που αποφεύγει τον κάματο
    Όσο δραστήριος και ικανός ήταν ο Βασίλειος, τόσο ακαμάτης και ανίκανος ο αδελφός του. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ακαμάτης οι ακαμάτηδες
      γενική του ακαμάτη των ακαμάτηδων
    αιτιατική τον ακαμάτη τους ακαμάτηδες
     κλητική ακαμάτη ακαμάτηδες
Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ακαμάτης αρσενικό (θηλυκό ακαμάτρα και ακαμάτισσα) [2]

  1. ο τεμπέλης
  2. (ως συμπεριφορικό αποτέλεσμα) ο αχαΐρευτος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. ως επίθετο' - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)
  2. ως ουσιαστικό - «ακαμάτης» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.