Δείτε επίσης: Crux

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

crux (en)

  1. το καίριο σημείο, η "καρδιά" ενός ζητήματος
  2. (στην ορειβασία) το δυσκολότερο σημείο μιας αναρρίχησης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Λατινικά (la) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

crux (la) θηλυκό γ' κλίσεως

  1. o σταυρός (το όργανο θανάτωσης)

ΚλίσηΕπεξεργασία

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική crux crucēs
γενική crucis crucum
δοτική crucī crucibus
αιτιατική crucem crucēs
κλητική crux crucēs
αφαιρετική cruce crucibus
(γ' κλίση)