Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρίσις θηλυκό

(καθαρεύουσα)δείτε τη λέξη κρίση



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κρίσις κρίσει κρίσεις
Γενική κρίσεως κρισέοιν κρίσεων
Δοτική κρίσει κρισέοιν κρίσεσι(ν)
Αιτιατική κρίσιν κρίσει κρίσεις
Κλητική κρίσι κρίσει κρίσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρίσις < κρίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρίσις θηλυκό

  1. διαχωρισμός, διάκριση
  2. η κρίση, η απόφαση κάποιου που κρίνει
  3. δίκη ή καταδίκη
  4. η ερμηνεία ονείρων ή άλλων σημαδιών
  5. αγώνας, διαγωνισμός ή δοκιμή
  6. διαφωνία, διαμάχη
  7. αυτό που κρίνει ένα γεγονός, μια εξέλιξη
  8. κρίσιμο σημείο μιας ασθένειας