Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

κρίσεις θηλυκό

  1. κρίση, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού