Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανταπόκριση οι ανταποκρίσεις
      γενική της ανταπόκρισης* των ανταποκρίσεων
    αιτιατική την ανταπόκριση τις ανταποκρίσεις
     κλητική ανταπόκριση ανταποκρίσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, ανταποκρίσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανταπόκριση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνταπόκρισις < ἀνταποκρίνομαι < αρχαία ελληνική ἀποκρίνομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἀποκρίνω < κρίνω * σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική
για τις σύγχρονες σημασίες συγκοινωνίας, επικοινωνίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική correspondance[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /an.daˈpo.kɾi.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐ντα‐πό‐κρι‐ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανταπόκριση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταποκρίνομαι
    1. αντιστοιχία, αναλογία
    2. συμφωνία
    3. αποδοχή
      ※ Μόλις εἶχα ἡ μαύρη ἀρχίσῃ / ἀνταπόκριση γλυκειὰ / μὲ τ’ ἀέρι, μὲ τὴ βρύση, / μὲ τὰ πράσινα κλαριά. (Γεράσιμος Μαρκοράς, ποίημα Παράπονο πεθαμένης)
  2. συνάντηση μέσων συγκοινωνίας με σκοπό την προγραμματισμένη μετεπιβίβαση επιβατών από το ένα στο άλλο
  3. ρεπορτάζ ή μετάδοση είδησης από ανταποκριτή ΜΜΕ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία