Δείτε επίσης: όνομα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ὀνομᾰτ-
ονομαστική τὸ ὄνομᾰ τὰ ὀνόμᾰτ
      γενική τοῦ ὀνόμᾰτος τῶν ὀνομᾰ́των
      δοτική τῷ ὀνόμᾰτ τοῖς ὀνόμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ ὄνομᾰ τὰ ὀνόμᾰτ
     κλητική ! ὄνομᾰ ὀνόμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὀνόμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  ὀνομᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ὄνομα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁nómn̥[1]· συγγενή: λατινική nomen, σανσκριτική नामन् (nā́man), τοχαρικά Α ñom, χεττιτική 𒆷𒀀𒈠𒀭 (lāman), αγγλοσαξονική nama (> αγγλική name)

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ὄνομα ουδέτερο (αιολικός τύπος : ὄνυμα)

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Εκφράσεις

επεξεργασία

Παράγωγα

επεξεργασία
 ετυμολογικό πεδίο 
ὀνομ- 

παράγωγα & σύνθετα

επίσης δείτε: με ωμέγα (συνθετική έκταση) σε συνθετικά του ὄνυμα

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Reconstruction: Proto-Indo-European *h₁nómn̥ στο αγγλικό Βικιλεξικό