Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

name (en)

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

name (en)

  1. ονομάζω
  2. κατονομάζω
    I am not going to name my sources

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία