Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υγιεινολογία οι υγιεινολογίες
      γενική της υγιεινολογίας των υγιεινολογιών
    αιτιατική την υγιεινολογία τις υγιεινολογίες
     κλητική υγιεινολογία υγιεινολογίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υγιεινολογία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υγιεινολογία θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία