Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεγαλόφωνος < αρχαία ελληνική < μεγάλος + φωνή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεγαλόφωνος -η -ο

  1. που έχει δυνατή φωνή
  2. που γίνεται ή λέγεται με μεγάλη (δυνατή) φωνή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία