Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακρόφωνος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μακρόφωνος, -η, -ο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία