Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεγαλόφωνα < μεγαλόφωνος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

μεγαλόφωνα και μεγαλοφώνως

  1. με δυνατή φωνή, λέγοντας κάτι έτσι ώστε να ακουστεί
    -Τι είπες;
    Τίποτα μορή Κάνε δουλειά σου.

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία