Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λέγοντας, μετοχή ενεστώτα του λέγω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

λέγοντας (επιρρηματική μετοχή)

  • καθώς λέγω, όταν λέγω, αφού έχω πει κάτι, μόλις το έχω πει
  • Και λέγοντας αυτά σηκώθηκε κι έφυγε
  • Λέγοντας όλοι, εννοώ όλοι χωρίς καμία εξαίρεση
δείτε τη λέξη:  λέγω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος μετοχήςΕπεξεργασία

λέγοντας

  1. λέγων, στην αιτιατική του πληθυντικού