Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεγαλουργώ < ελληνιστική κοινή μεγαλουργῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

μεγαλουργώ

  1. δημιουργώ κάτι εξαιρετικά σημαντικό, κατορθώνω κατι αξιοσημείωτο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία