Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μεγαλέμπορος οι μεγαλέμποροι
      γενική του μεγαλεμπόρου
& μεγαλέμπορου
των μεγαλεμπόρων
    αιτιατική τον μεγαλέμπορο τους μεγαλεμπόρους
& μεγαλέμπορους
     κλητική μεγαλέμπορε μεγαλέμποροι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεγαλέμπορος < ελληνιστική κοινή λέξη από το μεγάλ(ος) και ἔμπορος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεγαλέμπορος αρσενικό ή θηλυκό (και μεγαλέμπορας προφορικά)

  1. αυτός που ασχολείται με το εμπόριο χονδρικής, συχνά εισάγει εκείνος τα εμπορεύματα που διακινεί και έχει ακμαία επιχείρηση
  2. εκείνος που διακινει μεγάλες ποσότητες και αγοράζει χονδρικά, ενώ παράλληλα διαθέτει και σειρά καταστημάτων λιανικής πώλησης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία