Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μεγαλόκαρδος μεγαλόκαρδη μεγαλόκαρδο
γενική μεγαλόκαρδου μεγαλόκαρδης μεγαλόκαρδου
αιτιατική μεγαλόκαρδο μεγαλόκαρδη μεγαλόκαρδο
κλητική μεγαλόκαρδε μεγαλόκαρδη μεγαλόκαρδο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεγαλόκαρδοι μεγαλόκαρδες μεγαλόκαρδα
γενική μεγαλόκαρδων μεγαλόκαρδων μεγαλόκαρδων
αιτιατική μεγαλόκαρδους μεγαλόκαρδες μεγαλόκαρδα
κλητική μεγαλόκαρδοι μεγαλόκαρδες μεγαλόκαρδα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεγαλόκαρδος < μεσαιωνική ελληνική μεγαλοκάρδιος < μεγάλη + καρδία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεγαλόκαρδος

  1. ο καλόκαρδος, που έχει μεγάλη καρδιά και τους χωράει όλους, που συγχωρεί, δεν κρατά κακία και συχνά βοηθά ακόμα και εκείνους που ίσως στο παρελθόν αντίστοιχα δεν του συμπεριφέρθηκαν άμεμπτα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία