Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεγαλοποιώ < μεγάλος + -ποιώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

μεγαλοποιώ

  1. (μεταβατικό) περιγράφω κάτι υπερβάλλοντας ως προς τη σημασία του, δίνω σε κάτι σημασία δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με την αξία του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία