Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χθαμαλός < αρχαία ελληνική χθαμαλός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χθαμαλός -ή, -ό

χθαμαλός λόφος

  συγγενικά:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χθαμαλός < χαμαί με παρεμβολή του θηλυκού χθών

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χθαμαλός, ή, όν

  1. χαμηλός στο ύψος, κοντά στη γη,
    αὐτὴ δὲ χθαμαλὴ κεῖται (δεν έχει ψηλά βουνά (Ομηρος)
  2. (μεταφορικά) χαμηλού επιπέδου, κατώτερος
    χθαμαλοί καὶ μικροπρεπεῖς

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία