Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επικαρπία οι επικαρπίες
      γενική της επικαρπίας των επικαρπιών
    αιτιατική την επικαρπία τις επικαρπίες
     κλητική επικαρπία επικαρπίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επικαρπία < αρχαία ελληνική ἐπικαρπία < ἐπί + καρπός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.pi.kaɾˈpi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επικαρπία θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία