Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

καρπώνομαι < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

καρπώνομαι

  1. αποκομίζω τους «καρπούς», κερδίζω το θετικό αποτέλεσμα που παρήγαγε μια ενέργεια

ΚλίσηΕπεξεργασία

Δείτε επίσης το ρήμα καρπούμαι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία