Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

profiter (fr)

  1. (+ à) αποφέρω κέρδος ή ωφέλεια
  2. (+ de) αποκομίζω κάποιο κέρδος ή ωφέλεια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη profit