Ελληνικά (el) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άπτερος < (λόγιο) αρχαία ελληνική ἄπτερος[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.ptɛ.ɾɔs/
συλλαβισμός: ά‐πτε‐ρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άπτερος, -η/-ος, -ο

  • αυτός που στερείται φτερών
    η αράχνη είναι άπτερο ζωΰφιο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία