Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γουλί τα γουλιά
      γενική του γουλιού των γουλιών
    αιτιατική το γουλί τα γουλιά
     κλητική γουλί γουλιά
Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γουλί < μεσαιωνική ελληνική γουλίν < αρχαία ελληνική ἀγλίον, υποκοριστικό του ἄγλις (σκελίδα σκόρδου)

[έχει προταθεί και η ετυμολογία (Κριαράς): < μεσαιωνική ελληνική γωλίον < λατινική colis < caulis (=κοτσάνι, μίσχος)]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γουλί ουδέτερο

  1. ο (τρυφερός) βλαστός των λαχανικών ή χορταρικών, ο μίσχος
  2. το μέρος της ρίζας των φυτών που τρώγεται
  3. σκελίδα σκόρδου
  4. αποφλοιωμένος καρπός
  5. (ιδιωματικό) το βότσαλο (εξ ου και πολλές παραλίες στην Ελλάδα έχουν αυτό το όνομα)
  6. καθετί λείο και γυμνό σαν το κλειστό λάχανο
  7. (μεταφορικά)(λαϊκότροπο) ο κοντοκουρεμένος, ο κουρεμένος με την ψιλή
    τον κούρεψαν γουλί

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία