Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκόρδο τα σκόρδα
      γενική του σκόρδου των σκόρδων
    αιτιατική το σκόρδο τα σκόρδα
     κλητική σκόρδο σκόρδα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκόρδο < αρχαία ελληνική σκόροδον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈskɔɾ.ðɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκόρδο ουδέτερο

 
2 κεφάλια (το ένα ολόκληρο) και 2 σκελίδες σκόρδου
  1. φυτό του γένους Allium, με βολβοειδή ρίζα, που έχει έντονη μυρωδιά και χρησιμοποιείται ευρέως στη μαγειρική (επιστημονική ονομασία:Allium sativum)
  2. o βολβός του φυτού αυτού που χρησιμοποιείται στη μαγειρική για την έντονη μυρωδιά του και τη χαρακτηριστική του καυστική γεύση

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • σκόρδο! (ή σκόρδα! ή φτου, σκόρδο! ή φτου σκόρδα!) συνήθως ακολουθούμενο από τη φράση να μη σε ματιάσω: για να αποτραπεί η βασκανία σε περιπτώσεις μεγάλου θαυμασμού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία