Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ail < λατινική allium

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ail 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ail (fr) αρσενικό (πληθυντικός - )

ΣύνθεταΕπεξεργασία