Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ματιάζω < μάτι

  ΡήμαΕπεξεργασία

ματιάζω

  1. ασκώ με μαγικό τρόπο κακή επίδραση πάνω σε κάποιον κοιτάζοντάς τον με φθόνο ή με θαυμασμό που υποκρύπτει φθόνο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία