Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βασκανία βασκανίες
γενική βασκανίας βασκανιών
αιτιατική βασκανία βασκανίες
κλητική βασκανία βασκανίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βασκανία < αρχαία ελληνική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βασκανία θηλυκό

  1. η (μαγικού τύπου) κακή επίδραση που ασκείται πάνω σε κάποιον (ή κάτι) από άνθρωπο ο οποίος κοιτάζει με φθόνο ή με θαυμασμό που υποκρύπτει φθόνο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία