Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σφαλιάρα οι σφαλιάρες
      γενική της σφαλιάρας
    αιτιατική τη σφαλιάρα τις σφαλιάρες
     κλητική σφαλιάρα σφαλιάρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σφαλιάρα < από το ιταλικό sfagliaro.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σφαλιάρα θηλυκό

  1. χτύπημα στο σβέρκο με την παλάμη του χεριού
  2. χτύπημα στο μάγουλο με την παλάμη του χεριού
  3. (αργκό) αυτοσχέδιο εργαλείο των καραγκιοζοπαικτών για την παραγωγή των ήχων από τις καρπαζιές που ακούγονται στις παραστάσεις τους, η χαστουκιέρα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • παίζω σφαλιάρες (με κάποιον): είμαι πολύ φίλος, πολύ οικείος (με κάποιον)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία