Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
εὐνοο-
ονομαστική / εὔνοος   > εὔνους τὸ εὔνοον   > εὔνουν
      γενική τοῦ/τῆς εὐνόου   > εὔνου τοῦ εὐνόου   > εὔνου
      δοτική τῷ/τῇ εὐνό    > εὔν τῷ εὐνό    > εὔν
    αιτιατική τὸν/τὴν εὔνοον   > εὔνουν τὸ εὔνοον   > εὔνουν
     κλητική ! εὔνοε     > εὔνους εὔνοον   > εὔνουν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ εὔνοοι   > εὖνοι τὰ εὔνο   > εὔνο
      γενική τῶν εὐνόων > εὔνων τῶν εὐνόων > εὔνων
      δοτική τοῖς/ταῖς εὐνόοις > εὔνοις τοῖς εὐνόοις > εὔνοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς εὐνόους > εὔνους τὰ εὔνο   > εὔνο
     κλητική ! εὔνοοι   > εὔνοι εὔνο   > εὔνο
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ εὐνόω   > εὔνω τὼ εὐνόω   > εὔνω
      γεν-δοτ τοῖν εὐνόοιν > εὔνοιν τοῖν εὐνόοιν > εὔνοιν
Οι κλητικές πτώσεις, σπάνιες. Οι συνηρημένες κλητικές, ίδιες με τις ονομαστικές.
2η κλίση, ομάδα 'εὔνοος εὔνους', Κατηγορία 'εὔνοος' όπως «εὔνοος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εὔνοος < (εὖ) εὔ- + -νοος νόος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εὔνοος / εὔνους

  1. που διάκειται ευνοϊκά
  2. ευμενής, φιλικός
  3. (ουσιαστικοποιημένο) τό εὔνουν: εὔνοια

  ΠηγέςΕπεξεργασία