Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μοχθηρός η μοχθηρή το μοχθηρό
      γενική του μοχθηρού της μοχθηρής του μοχθηρού
    αιτιατική τον μοχθηρό τη μοχθηρή το μοχθηρό
     κλητική μοχθηρέ μοχθηρή μοχθηρό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μοχθηροί οι μοχθηρές τα μοχθηρά
      γενική των μοχθηρών των μοχθηρών των μοχθηρών
    αιτιατική τους μοχθηρούς τις μοχθηρές τα μοχθηρά
     κλητική μοχθηροί μοχθηρές μοχθηρά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μοχθηρός < αρχαία ελληνική μοχθηρός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μοχθηρός, -ή, -ό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική μοχθηρός μοχθηρά μοχθηρόν μοχθηροί μοχθηραί μοχθηρά
Γενική μοχθηροῦ μοχθηρᾶς μοχθηροῦ μοχθηρῶν μοχθηρῶν μοχθηρῶν
Δοτική μοχθηρῷ μοχθηρᾷ μοχθηρῷ μοχθηροῖς μοχθηραῖς μοχθηροῖς
Αιτιατική μοχθηρόν μοχθηράν μοχθηρόν μοχθηρούς μοχθηράς μοχθηρά
Κλητική μοχθηρέ μοχθηρά μοχθηρόν μοχθηροί μοχθηραί μοχθηρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μοχθηρώ μοχθηρά
Γενική-Δοτική μοχθηροῖν μοχθηραῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μοχθηρός < μοχθέω < μόχθος (κόπος, ταλαιπωρία)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μοχθηρός, -ά, -όν

  1. κακοπαθημένος, άθλιος, ελεεινός
  2. που μοχθεί (επίπονος, κοπιώδης, κουραστικός)
  3. άσχημος
  4. κακός, πανούργος

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία