γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική στρογγύλος στρογγύλη τὸ στρογγύλον
      γενική τοῦ στρογγύλου τῆς στρογγύλης τοῦ στρογγύλου
      δοτική τῷ στρογγύλ τῇ στρογγύλ τῷ στρογγύλ
    αιτιατική τὸν στρογγύλον τὴν στρογγύλην τὸ στρογγύλον
     κλητική ! στρογγύλε στρογγύλη στρογγύλον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ στρογγύλοι αἱ στρογγύλαι τὰ στρογγύλ
      γενική τῶν στρογγύλων τῶν στρογγύλων τῶν στρογγύλων
      δοτική τοῖς στρογγύλοις ταῖς στρογγύλαις τοῖς στρογγύλοις
    αιτιατική τοὺς στρογγύλους τὰς στρογγύλᾱς τὰ στρογγύλ
     κλητική ! στρογγύλοι στρογγύλαι στρογγύλ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ στρογγύλω τὼ στρογγύλ τὼ στρογγύλω
      γεν-δοτ τοῖν στρογγύλοιν τοῖν στρογγύλαιν τοῖν στρογγύλοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'μέγιστος' όπως «στρογγύλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
στρογγύλος < θέμα στραγγ- (μεταπτωτική βαθμίδα για την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *strengʰ-) + -ύλος [1] → δείτε  < *sterh₃- < *ster- (απλώνω [2])

  Επίθετο

επεξεργασία

στρογγύλος, -η, -ον

  1. στρογγυλός
  2. σφαιρικός
  3. καμπύλος
  4. (μεταφορικά) καλοσχηματισμένος

Συνώνυμα

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. «στρογγυλός» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. strengʰ- στο αγγλικό Βικιλεξικό