Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλῆσις < καλέω-καλῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κλῆσις-εως θηλυκό

  1. η κλήτευση στο δικαστήριο, συνήθως για κατηγορούμενο, άρα και η κατηγορία
  2. η πρόσκληση, το κάλεσμα σε μια γιορτή
  3. η επίκληση προς ανώτερη δύναμη
  4. η κλήση σε βοήθεια
  5. το μεταφυσικό κάλεσμα, το κάλεσμα κάποιας ανώτερης δύναμης
  6. η ονομασία, τρόπος που καλούμε κάποιον
  7. (γραμματική) ο τρόπος που καλούνται τα ονόματα, αν καλούνται ως αρσενικά ή θηλυκά, αλλά και οι πλάγιες πτώσεις
    ἔχειν θηλείας ἢ ἄρρενος κλῆσιν


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία