Δείτε επίσης: εκκλησία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐκκλησία ἐκκλησία ἐκκλησίαι
Γενική ἐκκλησίας ἐκκλησίαιν ἐκκλησιῶν
Δοτική ἐκκλησί ἐκκλησίαιν ἐκκλησίαις
Αιτιατική ἐκκλησίαν ἐκκλησία ἐκκλησίας
Κλητική ἐκκλησία ἐκκλησία ἐκκλησίαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐκκλησία < ἔκκλητος < ἐκ + κλητός < καλέω / καλῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kelh₁- / *kl̥h₁- (καλώ, φωνάζω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐκκλησία θηλυκό

  1. (πολιτική) η συνέλευση (του λαού), η συγκέντρωση, η συνάθροιση
  2. (ελληνιστική κοινή) εκκλησία, Εκκλησία
  3. (ελληνιστική κοινή) ρωμαϊκή εκλεκτορική συνέλευση
  4. (ελληνιστική κοινή) η εβραϊκή κοινότητα
  5. (ελληνιστική κοινή) ψήφισμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία