Arrows blue.png Δείτε επίσης: κλείνω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλίνω < αρχαία ελληνική κλίνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkli.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

κλίνω

  1. (αμετάβατο) γέρνω, έχω κλίση
    διόρθωσε τον πίνακα, διότι κλίνει προς τα δεξιά
  2. (μεταβατικό) ρέπω, τείνω
    η άποψή τους έκλινε στη θεσμοθέτηση νέων κανόνων
  3. (γραμματική) σχηματίζω τους τύπους ενός κλιτού μέρους του λόγου
    να κλίνετε την προστακτική του Αορίστου του ρήματος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλίνω < *κλίν-j-ω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *klei-

  ΡήμαΕπεξεργασία

κλίνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία