Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποκλίνω < αρχαία ελληνική ἀποκλίνω < ἀπό + κλίνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποκλίνω

  1. έχω κλίση προς τα πλάγια
     συνώνυμα: γέρνω
  2. (μεταφορικά) αλλάζω κατεύθυνση ή πορεία
     συνώνυμα: εκτρέπομαι, λοξοδρομώ
  3. διαφέρω
     αντώνυμα: συγκλίνω
  4. εμφανίζω ιδιαιτερότητες, είμαι έξω από τα συνηθισμένα όρια
  5. εκφράζω μια προτίμηση ή τάση

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • (ψυχολογία) αποκλίνουσα σκέψη : η μορφή της σκέψης που ασχολείται με ένα ζήτημα με πρωτότυπο και ασυνήθιστο τρόπο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία