Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

decline (en)

  1. πτώση, κίνηση προς τα κάτω
  2. κατωφέρεια σε δρόμο, κατωφερής πλαγιά
  3. εξασθένιση, παρακμή

  ΡήμαΕπεξεργασία

decline (en)

  1. (αμετάβατο) πέφτω, γέρνω, κινούμαι καθοδικά
  2. (αμετάβατο) εξασθενώ, φθίνω, χειροτερεύω
  3. (μεταβατικό) (γραμματική) κλίνω ένα ουσιαστικό ή επίθετο ή αντωνυμία
  4. (μεταβατικό) αρνούμαι (πχ μία προσφορά, μία πρόσκληση κλπ)