Δείτε επίσης: κλίμαξ

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κλῖμαξ κλίμακε κλίμακες
Γενική κλίμακος κλιμάκοιν κλιμάκων
Δοτική κλίμακι κλιμάκοιν κλίμαξι(ν)
Αιτιατική κλίμακα κλίμακε κλίμακας
Κλητική κλῖμαξ κλίμακε κλίμακες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλῖμαξ < κλίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κλῖμαξ θηλυκό

  1. κλίμακα, σκάλα
  2. κλιμακοστάσιο
  3. (ρητορική) το κλιμακωτό σχήμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία