Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλιμακτήρ < αρχαία ελληνική κλιμακτήρ < κλῖμαξ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κλιμακτήρ αρσενικό

  1. το σκαλοπάτι (οριζόντια δοκός) μιας σκάλας
  2. κλίμακα μεταξύ δύο πλατύσκαλων
  3. (αστρολογία) κρίσιμο σημείο της ανθρώπινης ζωής (ανά επτά έτη)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία