Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

tuŝi < (άμεσο δάνειο) γαλλική toucher

  ΡήμαΕπεξεργασία

ρήμα tuŝi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας tuŝas tuŝanta tuŝata
αόριστος tuŝis tuŝinta tuŝita
μέλλοντας tuŝos tuŝonta tuŝota
υποθετική tuŝus - -
προστακτική tuŝu - -

tuŝi (eo)