Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το άγγιγμα τα αγγίγματα
      γενική του αγγίγματος των αγγιγμάτων
    αιτιατική το άγγιγμα τα αγγίγματα
     κλητική άγγιγμα αγγίγματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άγγιγμα < αγγίζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άγγιγμα ουδέτερο

  1. ενέργεια του αγγίζω
     συνώνυμα: ακούμπισμα, ψαύση
  2. η αίσθηση που προκαλεί αυτό
  3. (μεταφορικά) ελαφρύ χάδι
     συνώνυμα: θωπεία
  4. (μεταφορικά) το πείραγμα


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία