Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ταγγίζω, ταγκίζω και ταγκιάζω

  1. (για λιπαρές και ελαιώδεις ουσίες) αλλοιώνομαι και αποκτώ βαριά οσμή και πικρή γεύση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία