Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο απλωμός οι απλωμοί
      γενική του απλωμού των απλωμών
    αιτιατική τον απλωμό τους απλωμούς
     κλητική απλωμέ απλωμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απλωμός < απλώ(νω) + -μός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απλωμός αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία