Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχηματίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος σχηματίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

σχηματίζομαι

  1. παίρνω κυριολεκτικά ένα σχήμα
    Το σώμα του κοριτσιού χάθηκε και σχηματίστηκε στη θέση του μιας νεαρής γυναίκας
    Οταν οι χορευτές πήραν τις θέσεις που τους είχε ορίσει ο χορογράφος, σχηματίστηκε το σήμα της νίκης
  2. διαμορφώνομαι σταδιακά, δημιουργούμαι
    Μέσα σε λίγη ώρα είχαν σχηματιστεί πέντε διαφορετικές φράξιες που "σκοτώνονταν" για το ποιος έχει δίκιο
    Τα βουνά αυτά σχηματίστηκαν στην πλειστόκαινο
    Οι απόψεις του σχηματίστηκαν σιγά-σιγά στην εφηβεία
  3. δημιουργούμαι από σύνολο άλλων στοιχείων
    Ούτε που κατάλαβα για πότε σχηματίστηκε ποταμός από τα νερά της βροχής μέσα στο κέντρο της πόλης
    Οι προτάσεις σχηματίζονται από λέξεις
    Σχηματίστηκε στρατός και άρχισε ο πόλεμος
    Η λέξη διαβατέος σχηματίστηκε από το ρήμα "διαβαίνω" και την κατάληξη "-τέος"

ΚλίσηΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία