Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ράσο τα ράσα
      γενική του ράσου των ράσων
    αιτιατική το ράσο τα ράσα
     κλητική ράσο ράσα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ράσο < αρχαία ελληνική ῥάσον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɾa.sɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ράσο ουδέτερο

  1. μακρύς μαύρος χιτώνας που φορούν οι ιερείς
  2. η ιδιότητα του ιερέα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • το ράσο δεν κάνει τον παπά: η εξωτερική εμφάνιση δεν είναι αρκετή, απαιτείται και ο ανάλογος χαρακτήρας για να ανταποκρίνεται κάποιος στην αποστολή του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία