Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
transport transports

transport (en)

Πολυλεκτικοί όροι

επεξεργασία
  • (δίκτυο υπολογιστών) Real-time Transport Protocol (RTP)
ενεστώτας transport
γ΄ ενικό ενεστώτα transports
αόριστος transported
παθητική μετοχή transported
ενεργητική μετοχή transporting

transport (en)

  • transport - Cambridge Dictionary online
  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 546. ISBN 9780194325684. , λήμμα: μεταφέρω



  Προφορά

επεξεργασία
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

transport (fr) αρσενικό

  1. η μεταφορά, η συγκοινωνία, η διακίνηση
  2. η μεταφορά, το κουβάλημα
  3. ο οίστρος

Συγγενικά

επεξεργασία