Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

related (en)

  1. σχετικός, συναφής

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

related (en)

  1. αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος relate